ανήλικος


ανήλικος
[аниликос] εκ. / ουσ. несовершеннолетний,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανήλικος" в других словарях:

  • ἀνήλικος — not yet arrived at man s estate masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανήλικος — Α. θεωρείται, κατά τον Αστικό Κώδικα, όποιος δεν έχει συμπληρώσει το 18o έτος της ηλικίας του. Όποιος μάλιστα δεν έχει συμπληρώσει το 10o έτος αποκλείεται από κάθε είδους δικαιοπραξία και δεν ευθύνεται για τη ζημία που προξένησε σε περίπτωση… …   Dictionary of Greek

  • ανήλικος — η, ο 1. αυτός που δεν έχει τη νόμιμη ηλικία: Και ο νέος και η νέα ήταν ανήλικοι. 2. μικρόσωμος, μπασμένος: Μιλάς και συ, βρε ανήλικο; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνήλικον — ἀνήλικος not yet arrived at man s estate masc/fem acc sg ἀνήλικος not yet arrived at man s estate neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλίκους — ἀνήλικος not yet arrived at man s estate masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλίκων — ἀνήλικος not yet arrived at man s estate masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνηλίκῳ — ἀνήλικος not yet arrived at man s estate masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνήλικοι — ἀνήλικος not yet arrived at man s estate masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικανότητα — Ψυχοσωματικό χαρακτηριστικό που αποκτάται με άσκηση, η οποία επιτρέπει ή διευκολύνει την ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων. Η ι. μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως καρπός της πράξης της αγωγής που θεμελιώνεται στις έμφυτες ιδιότητες του ατόμου και… …   Dictionary of Greek

  • χρημάτιο — το, Ν [χρήμα, χρήματος] 1. ρωμ. δίκ. περιουσία την οποία ένας ανήλικος μπορούσε να διαθέσει κατά κυριότητα ή τής οποίας είχε την επικαρπία 2. φρ. α) «πατρικό χρημάτιο» ρωμ. δίκ. περιουσία που δόθηκε για διαχείριση από πατέρα σε ανήλικο β)… …   Dictionary of Greek